σαμείον

και σαμῆον, τὸ, Α
(δωρ. τ.) βλ. σημείο.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • σαμεῖον — neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σαμεῖα — σαμεῖον neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σαμείοις — σαμεῖον neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σαμείου — σαμεῖον neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σαμείων — σαμεῖον neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σαμείῳ — σαμεῖον neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σημείο — Μια από τις αρχικές έννοιες, στις οποίες βασίζεται η ευκλείδεια γεωμετρία· για τον Ευκλείδη το σ. ήταν κάτι, που «δεν είχε μέρη» («σημείον δ’ έστΐν ού μέρος ούδέν»), το αδιαίρετο στοιχείο (χωρίς διαστάσεις), το πρώτο συστατικό στοιχείο του χώρου …   Dictionary of Greek

  • σαμείωι — σαμείῳ , σαμεῖον neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.